Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Raupe
01
κάμπια, πρόνυμφα πεταλούδας
Larve eines Schmetterlings oder Falters, die sich von Blättern ernährt und sich später verpuppt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Raupe
πληθυντικός τύπος
Raupen
Παραδείγματα
Viele Raupen haben bunte Streifen oder Punkte.
Καμπυλώνη έχει πολύχρωμες ρίγες ή κουκκίδες.
02
μπουλντόζα, εκσκαφέας
Baumaschine mit breiten Ketten, die Erde und Steine schiebt oder bewegt
Παραδείγματα
Die Raupe schiebt den Sand zur Seite.
Το μπουλντόζ σπρώχνει την άμμο στην άκρη.



























