das radio
radio
ʁa:di̯o
radio

Ορισμός και σημασία του "radio"στα γερμανικά

01

ραδιόφωνο, ραδιοφωνικός δέκτης

Ein Gerät zum Empfang von Audiosendungen oder Musik über elektromagnetische Wellen 
das Radio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Radios
γενική πτώση
Radios
Παραδείγματα
Ich höre jeden Morgen Radio. 

Ακούω το ραδιόφωνο κάθε πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store