der radfahrer
radfahrer
ʁa:tfa:ʁɐ
ratfar
raumfahrer

Ορισμός και σημασία του "radfahrer"στα γερμανικά

01

ποδηλάτης, αθλητής ποδηλασίας

Eine Person, die mit einem Fahrrad fährt 
der Radfahrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Radfahrer
αρσενικό ενικό
Radfahrer
θηλυκό ενικό
Radfahrerin
neutral form
Radfahrende
γενική πτώση
Radfahrers
Παραδείγματα
Der Radfahrer fährt jeden Tag zur Arbeit. 

Ο ποδηλάτης πηγαίνει στη δουλειά κάθε μέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store