das radfahren
rad
ˈʁa:t
rat
fah
ˌfa:
fa
ren
rən
rēn

Ορισμός και σημασία του "radfahren"στα γερμανικά

01

ποδηλασία, κυκλοφορία με ποδήλατο

Eine Aktivität oder ein Sport, bei dem man mit dem Fahrrad fährt 
das Radfahren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Radfahrens
κύριο
Παραδείγματα
Radfahren macht mir viel Spaß. 

Η ποδηλασία μου προκαλεί μεγάλη ευχαρίστηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store