das rad
rad
ʁa:t
rat

Ορισμός και σημασία του "rad"στα γερμανικά

01

ρόδα, λάστιχο

Ein rundes Teil, das sich dreht und Fahrzeuge oder Maschinen bewegt 
das Rad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Rad(e)s
πληθυντικός τύπος
Räder
Παραδείγματα
Das Rad des Fahrrads ist kaputt. 

Ο τροχός του ποδηλάτου είναι σπασμένος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store