Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Qualifikation
01
προσόν, ικανότητα
Fähigkeiten, Kenntnisse oder Abschlüsse, die jemanden für eine bestimmte Aufgabe befähigen
Παραδείγματα
Seine technischen Qualifikationen machen ihn zum idealen Kandidaten.
Οι τεχνικές του προσόντες τον κάνουν τον ιδανικό υποψήφιο.
02
προϋπόθεση, προαπαιτούμενο
Eine formale Voraussetzung oder Bedingung, die für eine Tätigkeit, Position oder Teilnahme erfüllt sein muss
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Qualifikation
πληθυντικός τύπος
Qualifikationen
Παραδείγματα
Die Qualifikation für den Masterstudiengang ist ein Bachelorabschluss in einem verwandten Fach.
Η προσόν για το μεταπτυχιακό πρόγραμμα είναι πτυχίο πανεπιστημίου σε σχετικό πεδίο.



























