der Protest
Pronunciation
/pʁoˈtɛst/

Ορισμός και σημασία του "protest"στα γερμανικά

01

διαμαρτυρία, αντίρρηση

Das ausdrückliche Zeigen von Missfallen oder Ablehnung
der Protest definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Protest(e)s
πληθυντικός τύπος
Proteste
Παραδείγματα
Der Protest führte zu einer Diskussion im Parlament.
Η διαμαρτυρία οδήγησε σε συζήτηση στο κοινοβούλιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store