Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Protest
01
διαμαρτυρία, αντίρρηση
Das ausdrückliche Zeigen von Missfallen oder Ablehnung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Proteste
γενική πτώση
Protest(e)s
Παραδείγματα
Der Protest gegen die neuen Regeln ist groß.
Η διαμαρτυρία κατά των νέων κανόνων είναι μεγάλη.
LanGeek



























