der protest
protest
'pʁo:tɛst
protest
attestgestresstfestrest

Ορισμός και σημασία του "protest"στα γερμανικά

01

διαμαρτυρία, αντίρρηση

Das ausdrückliche Zeigen von Missfallen oder Ablehnung 
der Protest definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Proteste
γενική πτώση
Protest(e)s
Παραδείγματα
Der Protest gegen die neuen Regeln ist groß. 

Η διαμαρτυρία κατά των νέων κανόνων είναι μεγάλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store