prophezeien

Ορισμός και σημασία του "prophezeien"στα γερμανικά

prophezeien
01

προφητεύω, προλέγω

Etwas vorhersagen, das in der Zukunft passieren wird
prophezeien definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
prophezeie
γ΄ ενικό πρόσωπο
prophezeit
ενεστώτα μετοχή
prophezeiend
απλός αόριστος
prophezeite
παθητική μετοχή
prophezeit
Παραδείγματα
Viele prophezeien große Veränderungen in der Zukunft.
Πολλοί προφητεύουν μεγάλες αλλαγές στο μέλλον.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store