der Profit
Pronunciation
/pʀoˈfiːt/

Ορισμός και σημασία του "profit"στα γερμανικά

Der Profit
[gender: masculine]
01

κέρδος, όφελος

Der Gewinn aus einer Geschäftstätigkeit
der Profit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
profit(e)s
πληθυντικός τύπος
profite
Παραδείγματα
Der Profit wird in neue Projekte gesteckt.
Το κέρδος επενδύεται σε νέα έργα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store