Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
probeweise
01
δοκιμαστικά, για δοκιμαστική περίοδο
Versuchsweise oder für einen Testzeitraum
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Probeweise wurde die neue Software eingeführt.
Δοκιμαστικά, εισήχθη το νέο λογισμικό.
Λεξικό Δέντρο
probeweise
probe
weise



























