probeweise
probeweise
pʁo:bəvaɪ̯zə
probēvaizē

Ορισμός και σημασία του "probeweise"στα γερμανικά

01

δοκιμαστικά, για δοκιμαστική περίοδο

Versuchsweise oder für einen Testzeitraum 
probeweise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Probeweise wurde die neue Software eingeführt. 

Δοκιμαστικά, εισήχθη το νέο λογισμικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

probeweise

probe

+

weise

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store