Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
probeweise
01
δοκιμαστικά, για δοκιμαστική περίοδο
Versuchsweise oder für einen Testzeitraum
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Wir haben probeweise die Öffnungszeiten verlängert.
Επεκτείναμε δοκιμαστικά τις ώρες λειτουργίας.
Λεξικό Δέντρο
probeweise
probe
weise



























