Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Postanweisung
[gender: feminine]
01
ταχυδρομική επιταγή, ταχυδρομική μεταφορά
Ein Formular, mit dem man Geld per Post überweist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Postanweisung
πληθυντικός τύπος
Postanweisungen
Παραδείγματα
Für die Postanweisung wird eine Gebühr verlangt.
Για την ταχυδρομική επιταγή, χρεώνεται τέλος.



























