das postamt
postamt
pɔstʔamt
pawstamt

Ορισμός και σημασία του "postamt"στα γερμανικά

01

ταχυδρομείο, ταχυδρομικό γραφείο

Ein Ort, wo man Briefe und Pakete verschickt und abholt 
das Postamt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Postämter
γενική πτώση
Postamt(e)s
Παραδείγματα
Ich gehe heute zum Postamt, um ein Paket abzuholen. 

Πηγαίνω σήμερα στο ταχυδρομείο για να παραλάβω ένα πακέτο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store