der pinsel
pinsel
pɪnzl
pinzl

Ορισμός και σημασία του "pinsel"στα γερμανικά

01

πινέλο, βούρτσα

Ein Werkzeug zum Malen oder Auftragen von Farbe 
der Pinsel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Pinsel
γενική πτώση
Pinsels
Παραδείγματα
Ich habe den Pinsel für das Bild benutzt. 

Χρησιμοποίησα το πινέλο για τον πίνακα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store