Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Pilot
[gender: masculine]
01
πιλότος, αεροπόρος
eine Person, die ein Flugzeug steuert und fliegt
Παραδείγματα
Jeder Pilot muss regelmäßig gesundheitliche Tests bestehen.
Κάθε πιλότος πρέπει να περνάει τακτικά εξετάσεις υγείας.



























