der pilot
pi
ˈpi:
pi
lot
lo:t
lot

Ορισμός και σημασία του "pilot"στα γερμανικά

01

πιλότος, αεροπόρος

eine Person, die ein Flugzeug steuert und fliegt 
der Pilot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Piloten
αρσενικό ενικό
Pilot
θηλυκό ενικό
Pilotin
neutral form
Flugzeugführer
γενική πτώση
Piloten
Παραδείγματα
Der Pilot fliegt das Flugzeug sicher. 

Ο πιλότος πετάει το αεροπλάνο με ασφάλεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

autopilot
pilot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store