die pille
pi
ˈpɪ
πι
lle
λε
pelle

Ορισμός και σημασία του "pille"στα γερμανικά

01

χάπι, δισκίο

Eine kleine Tablette, die man schluckt, oft als Medizin oder Verhütungsmittel 
die Pille definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Pillen
γενική πτώση
Pille
Παραδείγματα
Ich nehme jeden Morgen eine Pille. 

Παίρνω ένα χάπι κάθε πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store