das pferd
pferd
pfe:ɐt
pfet

Ορισμός και σημασία του "pferd"στα γερμανικά

01

άλογο, άτι

Ein großes Tier, auf dem man reiten kann 
das Pferd definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Pferde
αρσενικό ενικό
Hengst
θηλυκό ενικό
Stute
neutral form
Pferd
γενική πτώση
Pferd(e)s
Παραδείγματα
Das Pferd läuft auf der Wiese. 

Το άλογο τρέχει στο λιβάδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store