Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Pfefferstreuer
[gender: masculine]
01
πιπεριέρα, αλατιέρα πιπεριού
kleines Gefäß mit Löchern zum Streuen von Pfeffer
Παραδείγματα
Der Pfefferstreuer ist sehr praktisch beim Kochen.
Ο πιπεριέρα είναι πολύ πρακτική στο μαγείρεμα.



























