Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
persönlich
01
προσωπικός, ατομικός
Etwas, das eine bestimmte Person betrifft oder zu ihr gehört
Παραδείγματα
Persönliche Daten müssen geschützt werden.
Τα προσωπικά δεδομένα πρέπει να προστατεύονται.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προσωπικός, ατομικός