das passwort
passwort
pasvɔɐ̯t
πασβοτ

Ορισμός και σημασία του "passwort"στα γερμανικά

01

κωδικός πρόσβασης, μυστικός κωδικός

Ein geheimer Code, der den Zugang zu Daten oder Systemen schützt 
das Passwort definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Passwörter
γενική πτώση
Passwort(e)s
Παραδείγματα
Du musst ein sicheres Passwort wählen. 

Πρέπει να επιλέξεις ένα ασφαλές κωδικό πρόσβασης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store