passiv
Pronunciation
/ˈpasiːf/

Ορισμός και σημασία του "passiv"στα γερμανικά

01

παθητικός, αδρανής

Ohne aktive Teilnahme
passiv definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am passivsten
συγκριτικός βαθμός
passiver
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die passive Bevölkerung akzeptierte die Reformen.
Ο παθητικός πληθυσμός δέχτηκε τις μεταρρυθμίσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store