das papier
pa
pa
πα
pier
ˈpi:ɐ
πι

Ορισμός και σημασία του "papier"στα γερμανικά

01

χαρτί, φύλλο

Dünnes Material zum Schreiben oder Drucken 
das Papier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Papiere
γενική πτώση
Papier(e)s
Παραδείγματα
Ich schreibe auf Papier. 

Γράφω σε χαρτί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store