Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Papier
01
χαρτί, φύλλο
Dünnes Material zum Schreiben oder Drucken
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Papiere
γενική πτώση
Papier(e)s
Παραδείγματα
Ich schreibe auf Papier.
Γράφω σε χαρτί.
LanGeek



























