das papier
papier
papi:ɐ
papi

Ορισμός και σημασία του "papier"στα γερμανικά

01

χαρτί, φύλλο

Dünnes Material zum Schreiben oder Drucken 
das Papier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Papier(e)s
πληθυντικός τύπος
Papiere
Παραδείγματα
Ich schreibe auf Papier. 

Γράφω σε χαρτί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store