die panik
pa
ˈpa:
pa
nik
nɪk
nik

Ορισμός και σημασία του "panik"στα γερμανικά

01

πανικός, τρόμος

Plötzliche, starke Angst in einer gefährlichen oder stressigen Situation 
die Panik definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Panik
πληθυντικός τύπος
Paniken
Παραδείγματα
Panik hilft in schwierigen Situationen nicht. 

Πανικός δεν βοηθά σε δύσκολες καταστάσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store