der ozean
o
ˈo:
o
zean
tsean
tsean

Ορισμός και σημασία του "ozean"στα γερμανικά

01

ωκεανός, τεράστια θάλασσα

Ein sehr großes Meer, das Kontinente trennt 
der Ozean definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Ozeane
γενική πτώση
Ozean(e)s
Παραδείγματα
Der Ozean ist tief und weit. 

Ο ωκεανός είναι βαθύς και ευρύς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store