die oper
oper
o:pɐ
op
opfer

Ορισμός και σημασία του "oper"στα γερμανικά

01

όπερα, μουσικό δράμα

Ein Bühnenwerk, in dem eine Geschichte durch Musik, Gesang und Orchester erzählt wird 
die Oper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Oper
πληθυντικός τύπος
Opern
Παραδείγματα
Wir gehen morgen in die Oper. 

Αύριο πάμε στην όπερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store