ohr
ohr
o:a
oa

Ορισμός και σημασία του "ohr"στα γερμανικά

Das Ohr
[gender: neuter]
01

αυτί, ακουστικό όργανο

Körperteil zum Hören
das Ohr definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Ohr(e)s
πληθυντικός τύπος
Ohren
Παραδείγματα
Das Ohr hilft beim Gleichgewicht.
Το αυτί βοηθά στην ισορροπία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store