der ofen
ofen
o:fɐn
ofn
offen

Ορισμός και σημασία του "ofen"στα γερμανικά

01

φούρνος, κλίβανος

Ein Gerät zum Erhitzen oder Backen von Speisen 
der Ofen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Öfen
γενική πτώση
Ofens
Παραδείγματα
Der Ofen ist heiß, sei vorsichtig. 

Ο φούρνος είναι ζεστός, πρόσεχε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store