notwendig
notwendig
no:tvɛndɪk
notvendik

Ορισμός και σημασία του "notwendig"στα γερμανικά

01

απαραίτητος, αναγκαίος

Unbedingt erforderlich, um ein Ziel zu erreichen oder ein Problem zu lösen 
notwendig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am notwendigsten
συγκριτικός βαθμός
notwendiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Erfordernis, Zweck, Lösung
Παραδείγματα
Ein Visum ist für die Reise notwendig. 

Η βίζα είναι απαραίτητη για το ταξίδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store