die Niederlage
Pronunciation
/ˈniːdɐˌlaːɡə/

Ορισμός και σημασία του "niederlage"στα γερμανικά

Die Niederlage
[gender: feminine]
01

ήττα, αποτυχία

Das Gegenteil eines Sieges
die Niederlage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Niederlage
πληθυντικός τύπος
Niederlagen
Παραδείγματα
Trotz der Niederlage blieb der Teamgeist stark.
Παρά την ήττα, το ομαδικό πνεύμα παρέμεινε δυνατό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store