Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Niederlage
01
ήττα, αποτυχία
Das Gegenteil eines Sieges
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Niederlagen
γενική πτώση
Niederlage
Παραδείγματα
Die Mannschaft musste eine bittere Niederlage hinnehmen.
Η ομάδα έπρεπε να δεχτεί μια πικρή ήττα.
LanGeek



























