die neuheit
neuheit
nɔɪ̯haɪ̯t
noyhait
neuzeit

Ορισμός και σημασία του "neuheit"στα γερμανικά

01

καινοτομία

Etwas neu Geschaffenes oder Entdecktes, das eine innovative Veränderung darstellt 
die Neuheit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Neuheiten
γενική πτώση
Neuheit
Παραδείγματα
Diese Technologie ist eine bahnbrechende Neuheit. 

Αυτή η τεχνολογία είναι μια πρωτοποριακή καινοτομία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store