die Neuheit
Pronunciation
/ˈnɔɪ̯haɪ̯t/

Ορισμός και σημασία του "neuheit"στα γερμανικά

Die Neuheit
[gender: feminine]
01

καινοτομία

Etwas neu Geschaffenes oder Entdecktes, das eine innovative Veränderung darstellt
die Neuheit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Neuheit
πληθυντικός τύπος
Neuheiten
Παραδείγματα
Die wissenschaftliche Neuheit wurde international anerkannt.
Η επιστημονική καινοτομία αναγνωρίστηκε διεθνώς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store