neugierig
neugierig
nɔɪ̯gi:ʁɪk
noygirik

Ορισμός και σημασία του "neugierig"στα γερμανικά

01

περίεργος, αναζητητικός

Zeigt starkes Interesse an neuen Dingen oder Informationen 
neugierig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
neugierigste-
συγκριτικός βαθμός
neugieriger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Kind ist sehr neugierig und stellt viele Fragen. 

Το παιδί είναι πολύ περίεργο και κάνει πολλές ερωτήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store