nerven
Pronunciation
/ˈnɛʁfn̩/

Ορισμός και σημασία του "nerven"στα γερμανικά

nerven
01

ενοχλώ, εκνευρίζω

Jemanden durch störendes Verhalten ärgern oder belästigen
nerven definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nerve
γ΄ ενικό πρόσωπο
nervt
ενεστώτα μετοχή
nervend
απλός αόριστος
nervte
παθητική μετοχή
genervt
Παραδείγματα
Es nervt, wenn Leute im Kino telefonieren.
Ενοχλεί όταν οι άνθρωποι μιλούν στο τηλέφωνο στον κινηματογράφο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store