nerven
nerven
nɛɐfn
νεφν
entwerfen

Ορισμός και σημασία του "nerven"στα γερμανικά

nerven
01

ενοχλώ, εκνευρίζω

Jemanden durch störendes Verhalten ärgern oder belästigen 
nerven definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nerve
γ΄ ενικό πρόσωπο
nervt
ενεστώτα μετοχή
nervend
απλός αόριστος
nervte
παθητική μετοχή
genervt
Παραδείγματα
Hör auf, mich zu nerven! 

Σταμάτα να με ενοχλείς!

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store