Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nerven
01
ενοχλώ, εκνευρίζω
Jemanden durch störendes Verhalten ärgern oder belästigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nerve
γ΄ ενικό πρόσωπο
nervt
ενεστώτα μετοχή
nervend
απλός αόριστος
nervte
παθητική μετοχή
genervt
Παραδείγματα
Es nervt, wenn Leute im Kino telefonieren.
Ενοχλεί όταν οι άνθρωποι μιλούν στο τηλέφωνο στον κινηματογράφο.



























