der neid
neid
naɪ̯t
ναιτ
naht

Ορισμός και σημασία του "neid"στα γερμανικά

01

ζήλεια, φθόνος

Das Gefühl, etwas zu wollen, was jemand anderes hat 
der Neid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Neid(e)s
Παραδείγματα
Ihr Erfolg weckte den Neid vieler Kollegen. 

Η επιτυχία της προκάλεσε τον φθόνο πολλών συναδέλφων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store