die nase
na
ˈna:
na
se

Ορισμός και σημασία του "nase"στα γερμανικά

01

μύτη, ρινικό άνοιγμα

Körperteil zum Riechen und Atmen 
die Nase definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Nasen
γενική πτώση
Nase
Παραδείγματα
Meine Nase läuft. 

Η μύτη μου τρέχει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store