Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
naschen
[past form: naschte]
01
τσιμπολογώ, τρώω λίγο
In kleinen Mengen Süßigkeiten oder Leckereien essen, besonders zwischendurch
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nasche
γ΄ ενικό πρόσωπο
nascht
ενεστώτα μετοχή
naschend
απλός αόριστος
naschte
παθητική μετοχή
genascht
Παραδείγματα
Kinder naschen oft heimlich vor dem Abendessen.
Τα παιδιά συχνά τσιμπολογούν κρυφά πριν από το δείπνο.



























