der nachmittag
nach
ˈna:x
nakh
mi
mi
ttag
tak
tak

Ορισμός και σημασία του "nachmittag"στα γερμανικά

Der Nachmittag
01

απόγευμα, απόγευμα

Die Zeit zwischen Mittag und Abend 
der Nachmittag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Nachmittage
γενική πτώση
Nachmittag(e)s
Παραδείγματα
Ich schlafe am Nachmittag. 

Εγώ κοιμάμαι το απόγευμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nachmittag

nach

+

mittag

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store