Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Musiker
[gender: masculine]
01
μουσικός, μουσικοτέχνης
Eine Person, die ein Musikinstrument spielt oder Musik macht
Παραδείγματα
Er möchte professioneller Musiker werden.
Θέλει να γίνει επαγγελματίας μουσικός.



























