Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Musical
01
μιούζικαλ, μουσική κωμωδία
Ein Theaterstück, in dem gesungen und getanzt wird, oft mit einer Geschichte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Musicals
γενική πτώση
Musicals
Παραδείγματα
Das Musical war bunt und voller Energie.
Το μιούζικαλ ήταν πολύχρωμο και γεμάτο ενέργεια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
musical
music



























