das museum
mu
mu
moo
seum
ˈze:ʊm
zeoom

Ορισμός και σημασία του "museum"στα γερμανικά

01

μουσείο, μουσείο

Ein Ort, wo man alte oder besondere Dinge sehen kann 
das Museum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Museen
γενική πτώση
Museums
Παραδείγματα
Ich gehe ins Museum. 

Πάω στο μουσείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

automuseum
museum
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store