der mund
mund
mʊnt
moont
hundbundbuntrund

Ορισμός και σημασία του "mund"στα γερμανικά

01

στόμα, στόμιο

Der Teil des Gesichts, durch den man spricht und isst 
der Mund definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Mund(e)s
πληθυντικός τύπος
Münder
Παραδείγματα
Er öffnet seinen Mund. 

Ανοίγει το στόμα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store