Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
multikulturell
01
πολυπολιτισμικός, πολυπολιτισμικός
Eine Gesellschaft, Stadt oder Gruppe, in der Menschen aus unterschiedlichen Kulturen zusammenleben und interagieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am multikulturellsten
συγκριτικός βαθμός
multikultureller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die multikulturelle Küche der Stadt ist berühmt.
Η πολυπολιτισμική κουζίνα της πόλης είναι διάσημη.



























