muhen
mu
ˈmy:
my
hen
ən
ēn
mähen

Ορισμός και σημασία του "muhen"στα γερμανικά

01

μουγκρίζω, βρυχώμαι

Der Laut, den Kühe machen 
muhen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
muhe
γ΄ ενικό πρόσωπο
muht
ενεστώτα μετοχή
muhend
απλός αόριστος
muhte
παθητική μετοχή
gemuht
Παραδείγματα
Die Kühe muhen auf der Weide. 

Οι αγελάδες μουγκρίζουν στο λιβάδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store