Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
muhen
01
μουγκρίζω, βρυχώμαι
Der Laut, den Kühe machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
muhe
γ΄ ενικό πρόσωπο
muht
ενεστώτα μετοχή
muhend
απλός αόριστος
muhte
παθητική μετοχή
gemuht
Παραδείγματα
Die Kühe muhen auf der Weide.
Οι αγελάδες μουγκρίζουν στο λιβάδι.



























