das motorrad
motorrad
mo:to:ɐ̯ʁa:t
motorat

Ορισμός και σημασία του "motorrad"στα γερμανικά

01

μοτοσικλέτα, μοτοποδήλατο

Zweirädriges motorisiertes Fahrzeug für eine oder zwei Personen 
das Motorrad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Motorräder
γενική πτώση
Motorrad(e)s
Παραδείγματα
Er fährt jeden Tag mit dem Motorrad zur Arbeit. 

Πηγαίνει στη δουλειά με μοτοσυκλέτα κάθε μέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store