der moment
mo
mo
mo
ment
ˈmɛnt
ment
talentpatentadventelement

Ορισμός και σημασία του "moment"στα γερμανικά

01

στιγμή, λεπτό

Ein sehr kurzer Zeitabschnitt 
der Moment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Momente
γενική πτώση
Moment(e)s
Παραδείγματα
Warte einen Moment! 

Περίμενε μια στιγμή !

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store