der Moment
Pronunciation
/moˈmɛnt/

Ορισμός και σημασία του "moment"στα γερμανικά

01

στιγμή, λεπτό

Ein sehr kurzer Zeitabschnitt
der Moment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Moment(e)s
πληθυντικός τύπος
Momente
Παραδείγματα
Einen glücklichen Moment erleben.
Να ζήσεις μια ευτυχισμένη στιγμή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store