Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
modulieren
[past form: modulierte]
01
διαμορφώνω, ρυθμίζω
Etwas gezielt verändern oder anpassen, besonders in Tonhöhe oder Lautstärke
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
moduliere
γ΄ ενικό πρόσωπο
moduliert
ενεστώτα μετοχή
modulierend
απλός αόριστος
modulierte
παθητική μετοχή
moduliert
Παραδείγματα
Der Synchronsprecher modulierte seine Stimme für die Zeichentrickfigur.
Ο ηθοποιός φωνής διαμόρφωσε τη φωνή του για τον χαρακτήρα κινουμένων σχεδίων.



























