Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
modulieren
01
διαμορφώνω, ρυθμίζω
Etwas gezielt verändern oder anpassen, besonders in Tonhöhe oder Lautstärke
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
moduliere
γ΄ ενικό πρόσωπο
moduliert
ενεστώτα μετοχή
modulierend
απλός αόριστος
modulierte
παθητική μετοχή
moduliert
Παραδείγματα
Modulieren Sie Ihre Stimme, um wichtige Punkte zu betonen!
Διαμορφώστε τη φωνή σας για να τονίσετε τα σημαντικά σημεία !



























