Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
miteinander
01
μαζί, αμοιβαία
Zwei oder mehr Personen oder Dinge tun etwas gemeinsam oder zueinander bezogen
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Die Kollegen verstehen sich gut miteinander.
Οι συνάδελφοι καταλαβαίνονται καλά μεταξύ τους.
Λεξικό Δέντρο
miteinander
mit
einander



























