Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Mitbürger
01
eine Person, die im selben Staat, in derselben Stadt oder Gemeinschaft lebt
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Der Bürgermeister dankte allen Mitbürgern für ihre Hilfe.



























