Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mitbringen
01
φέρνω, παίρνω μαζί
Etwas oder jemanden von einem Ort zum anderen mitnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
mit
βασικό ρήμα
bringen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bringe mit
γ΄ ενικό πρόσωπο
bringt mit
ενεστώτα μετοχή
mitbringend
απλός αόριστος
brachte mit
παθητική μετοχή
mitgebracht
Παραδείγματα
Du bringst den Brief mit.
Εσύ φέρνεις το γράμμα μαζί σου.



























