Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mitbringen
01
φέρνω, παίρνω μαζί
Etwas oder jemanden von einem Ort zum anderen mitnehmen
Παραδείγματα
Du bringst den Brief mit.
Εσύ φέρνεις το γράμμα μαζί σου.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φέρνω, παίρνω μαζί