mitbringen
Pronunciation
/ˈmɪtˌbʀɪŋən/

Ορισμός και σημασία του "mitbringen"στα γερμανικά

mitbringen
01

φέρνω, παίρνω μαζί

Etwas oder jemanden von einem Ort zum anderen mitnehmen
mitbringen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
mit
βασικό ρήμα
bringen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bringe mit
γ΄ ενικό πρόσωπο
bringt mit
ενεστώτα μετοχή
mitbringend
απλός αόριστος
brachte mit
παθητική μετοχή
mitgebracht
Παραδείγματα
Du bringst den Brief mit.
Εσύ φέρνεις το γράμμα μαζί σου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store