Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Mitbewohner
01
συγκάτοικος, συνδιαιτητής
Eine Person, mit der man eine Wohnung oder ein Haus gemeinsam bewohnt, ohne unbedingt verwandt oder verheiratet zu sein
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Mitbewohners
πληθυντικός τύπος
Mitbewohner
Παραδείγματα
Mein Mitbewohner und ich teilen uns die Küche.
Ο συγκάτοικός μου και εγώ μοιραζόμαστε την κουζίνα.
Λεξικό Δέντρο
mitbewohner
mit
bewohner



























