die Mitbestimmung
Pronunciation
/ˈmɪtbəˌʃtɪmʊŋ/

Ορισμός και σημασία του "mitbestimmung"στα γερμανικά

Die Mitbestimmung
[gender: feminine]
01

συνκαθορισμός, συμμετοχή

Wenn Mitarbeiter bei Entscheidungen im Betrieb mitreden dürfen
die Mitbestimmung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Mitbestimmung
πληθυντικός τύπος
Mitbestimmungen
Παραδείγματα
Mitbestimmung fördert ein gutes Arbeitsklima.
Η συμμετοχή στην λήψη αποφάσεων προωθεί ένα καλό κλίμα εργασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store