Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Mitbestimmung
[gender: feminine]
01
συνκαθορισμός, συμμετοχή
Wenn Mitarbeiter bei Entscheidungen im Betrieb mitreden dürfen
Παραδείγματα
Mitbestimmung fördert ein gutes Arbeitsklima.
Η συμμετοχή στην λήψη αποφάσεων προωθεί ένα καλό κλίμα εργασίας.


























