die million
million
mɪli̯o:n
milion

Ορισμός και σημασία του "million"στα γερμανικά

01

εκατομμύριο

Eine große Zahl, die tausendmal tausend ergibt 
die Million definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Millionen
γενική πτώση
Million
Παραδείγματα
Die Firma hat eine Million Euro Gewinn gemacht. 

Η εταιρεία πραγματοποίησε κέρδος ενός εκατομμυρίου ευρώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store